Βγαίνω από τη νιρβάνα της εξεταστικής για την επέτειο μιας αγαπημένης. Οι περισσότερες επέτειοι δε μου λένε συνήθως πολλά πράγματα. Η σημερινή όμως είναι αλλιώς. Σαν σήμερα πριν από 20 χρόνια έγινε ο τελικός του Ευρωμπάσκετ του '87!
Κοντεύω τα 26 (25 λέει ο blogger κι αφού με συμφέρει, δεν το αμφισβητώ) κι αισθάνομαι ήδη σαν το Διακογιάννη. Θυμάμαι μόνο τα παλιά και με τα παλιά συγκινούμαι.
Τις κατακτήσεις των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων σε ποδόσφαιρο και μπάσκετ του 2004 και 2005 αντίστοιχα τις παρακολούθησα και τις χάρηκα. Σήμερα σχεδόν τις έχω ξεχάσει. Το ευρωμπάσκετ του '87 όμως το θυμάμαι σαν να έγινε χθες! Κι ας ήμουν μόλις 6 χρονών (νήπια πήγαινα). Θυμάμαι σαν τώρα να κάθομαι από το απόγευμα με τον πατέρα μου στο σαλόνι του παλιού μας σπιτιού περιμένοντας το σπουδαίο γεγονός. Θυμάμαι ένα σωρό πράγματα από κείνο το βράδυ: Τα γεμάτα ένταση πρόσωπα των παικτών, την αγωνία που ήταν διάχυτη στην ατμόσφαιρα, τη φωνή του Συρίγου, το Final Countdown, τους πελαργούς στην οθόνη που μετρούσαν τα φάουλ, ακόμα και τη διαφήμιση του nescafe που έπαιζε στα διαλείμματα.
Όλα αυτά δεν είναι μνήμες από τα μετέπειτα αφιερώματα ούτε από τα DVD που αγόρασα πέρσι. Για την ακρίβεια αυτά δε μου λένε τίποτα τώρα. Μου αρκούν αυτά τα, ολίγα, στιγμιότυπα που τυπώθηκαν τότε μέσα μου βαθιά...
Δεν είναι αθλητικό το θέμα ούτε, φυσικά, εθνικό. Η εικόνα του μικροσκοπικού (μπροστά στον Τσατσένκο εννοείται) Γκάλη να ίπταται στον αέρα για δε ξέρω κι εγώ πόσα δευτερόλεπτα με τριπλό σπάσιμο της μέσης και να πετυχαίνει το ένα καλάθι μετά το άλλο είναι θέμα κυρίως αισθητικό. Δε χρειάζεται να είναι κανείς παραπάνω από 6 χρόνων για αντιληφθεί τη μοναδικότητα τόσο του ανδρός όσο και της συγκυρίας. (Μπορεί ως ηρακλειδεύς να αισθάνομαι άσχημα που δε πρόλαβα τον Χατζηπαναγή, νοιώθω όμως ευλογημένος που είχα την τεράστια τύχη να παρακολουθήσω κάποιες απ' τις παραστάσεις του έτερου καλλιτέχνη του ελληνικού αθλητισμού.) Και βέβαια πάνω απ' όλα η επικράτηση μιας ομάδας, που στο προηγούμενο ευρωμπάσκετ δεν είχε καν προκριθεί, απέναντι σε θηρία όπως η Γιουγκοσλαβία και η Σοβιετική Ένωση ήταν για μένα η πρώτη επαφή με την ιδιαίτερα προσφιλή μου από κει και πέρα ιστορία του Δαβίδ με το Γολιάθ.
Μια από τις συνήθεις συμβατικότητες που λέγονται για κείνη την επιτυχία, είναι ότι "ανάγκασε" όλα τα παιδιά να βγούνε την άλλη μέρα στους δρόμους χτυπώντας την πορτοκαλί μπάλα με τα σπυράκια.
Συμβατικότητα, ξε-συμβατικότητα αυτή είναι η αλήθεια! Ήμουν κι εγώ ένα από κείνα τα παιδιά που αγάπησαν το μπάσκετ εν μία νυκτί (έστω δύο, αν βάλουμε και το Ζάγκρεμπ). Τα επόμενα χρόνια θα με βρίσκανε, να παρακολουθώ μανιωδώς μπάσκετ, να ξεροσταλιάζω με τις ώρες στις μπασκέτες του Ποσειδώνιου, να γεμίζω τους τοίχους του δωματίου μου με αφίσες παικτών και να αγοράζω φανατικά το θρυλικό εβδομαδιαίο περιοδικό Τρίποντο από την πρώτη (σχεδόν) μέρα της κυκλοφορίας του μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας '90 (ακόμα έχω κρατημένα τα τεύχη, να δω τι θα τα κάνω...).
Κι αν τελικά δεν έγινα ποτέ το τριάρι που ονειρευόμουν (ούτε πλησίασα καν), κι αν δεν έμοιασα, ούτε στο νυχάκι του, στον Φάνη Χριστοδούλου που θαύμαζα, κι αν τώρα έχω να πιάσω μπάλα κάτι χρόνια, τι σημασία έχει; Αν μας έμαθε κάτι εκείνη η θρυλική ομάδα του '87 είναι να δουλεύουμε σκληρά και να πολεμάμε για αυτό που αγαπάμε πραγματικά. Κι εγώ ελπίζω ότι βρίσκομαι στο σωστό δρόμο.