
...pure art!
Πριν από κάμποσες εβδομάδες παρακολούθησα, μάλλον τυχαία, μια διάλεξη του Τάσου Μαρκουίζου -κατά πολύ γνωστότερου ως Ιαβέρη- παλαίμαχου οδηγού αυτοκινήτων σε αγώνες ράλι. Ο Ιαβέρης απ' όσο γνωρίζω τα τελευταία χρόνια έχει αφιερωθεί σε μια εκστρατεία ευαισθητοποίησης των νέων, κυρίως, ανθρώπων απέναντι στα αυτοκινητιστικά και μοτοσυκλετιστικά δυστυχήματα. Γυρίζει -αφιλοκερδώς μάλλον, όχι ότι έχει σημασία- σε σχολεία, πανεπιστήμια, στρατόπεδα και όπου αλλού τον καλούν ανά την Ελλάδα και μιλάει με πάθος, ζωντάνια, ελευθεροστομία αλλά πάνω απ' όλα γνώση για θέματα οδηγικής ασφάλειας. Αναπληρώνει ουσιαστικά όσο μπορεί και όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του αυτό που το ελληνικό κράτος αρνείται ή είναι ανίκανο να δώσει στους πολίτες του: οδηγική παιδεία..!
Με αφορμή αυτή την εντελώς αφυπνιστική μου συνάντηση με τον Ιαβέρη, μου ήρθε στο μυαλό μια σκέψη που και παλαιότερα με είχε απασχολήσει: ποια είναι η στάση του ελληνικού τραγουδιού απέναντι σε ένα θέμα τόσο επίκαιρο και σημαντικό για τη σημερινή κοινωνία (δεν προστρέχω σε στατιστικές αλλά είναι μάλλον κοινός τόπος ότι ο αριθμός των ανθρώπων που σκοτώνονται ετησίως στους ελληνικούς δρόμους συναντάται μονάχα σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση); Αναζητώντας την απάντηση ανέτρεξα στη δισκοθήκη μου, αλλά και από μνήμης, φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι τα τραγούδια που ασχολούνται σοβαρά και αποκλειστικά με το συγκεκριμένο θέμα είναι μάλλον ελάχιστα…
Αρχικά δε μπορώ παρά να μνημονεύσω δύο τραγούδια του Λάκη Παπαδόπουλου των αρχών της δεκαετίας του '80, τον περίφημο "Κουρσάρο" σε στίχους του Παύλου Μάτεσι και το "Ιωάννα Και Μαριέττα" σε στίχους του Γιώργου Χρονά. Αμφότερα μιλάνε για σκοτωμούς νέων ανθρώπων με μηχανές. Ωστόσο ο τρόπος αντιμετώπισης και των δύο στιχουργών φαίνεται να καθιστά εν τέλει αυτούς τους θανάτους σχεδόν ηρωικούς, ενώ το κοινωνικό φαινόμενο των τροχαίων προσεγγίζεται από ελάχιστα έως καθόλου. Και τα δύο αυτά τραγούδια γνώρισαν επιτυχία στην εποχή τους και κυρίως ο Κουρσάρος. Αν δεν απατώμαι σ' αυτά αναφέρεται ο Πανούσης το 1985 όταν λέει «Όχι άλλα τραγούδια με μοτοσικλέτες» ("Όχι Άλλο Νταλάρα").
Σε άλλα τραγούδια τα τροχαία ατυχήματα φαίνονται να συναντώνται είτε σαν μεταφορές ενός σφοδρού και επίπονου έρωτα:
«Ντελαπάρισ' η καρδιά μου
μες στο διάβα σου
αμάν δυστύχημα»
("Το Τροχαίο" των Νίκο Ξυδάκη και Μανώλη Ρασούλη)
και
«Μα τα τριαντάφυλλα που σου έστειλα λίγο έλειψε
χαράματα να σκοτωθούν σ' ένα τροχαίο»
(Χρήστος Θηβαίος, "Γυναίκα" απ' τον δίσκο Είμαι Αυτό Που Κυνηγάω),
είτε σαν αναφορές ή απλοί υπαινιγμοί:
«Μου λέει μην αμφιβάλλεις μια στιγμή, μέσα σου υπάρχει μια ευθεία γραμμή
Που αν δεν την πάρεις γίνεσαι ακόμα ένα τροχαίο το Πάσχα»
(Φοίβος Δεληβοριάς, "Τρένο Στην Κορυφογραμμή" απ' τον δίσκο Ο Καθρέφτης)
ή
«Τυφλές αρραβωνιαστικιές, αόμματοι λαχειοπώλες
σκοτώνονται σε καραμπόλες.»
(Θάνος Μικρούτσικος- Κώστας Τριπολίτης, "Ηλεκτρικό Πρόβατο" απ' τον δίσκο Όλα Από Χέρι Καμένα).
Ο Κώστας Τριπολίτης θα επανέλθει στο θέμα λίγα χρόνια αργότερα με πιο άμεσο κι ευθύβολο τρόπο στο τραγούδι "Πληροφορίες" σε μουσική του Τάκη Μπουγά απ' τον προσωπικό δίσκο της Τάνιας Τσανακλίδου Αλλιώτικη Μέρα:
«Δέκα τροχαία
Κι εσύ γελάς
Κι εσύ γελάς με βίντεο και σεξ
Με την παρέα».
Ωστόσο τραγούδια που να έχουν ως αποκλειστικό τους θέμα τα τροχαία κατάφερα να βρω μόνο τρία, που το καθένα παραδόξως διαθέτει διαφορετικό ύφος και οπτική γωνία. Τα δύο πρώτα είναι από τον δίσκο Σελοτέιπ του 1997 σε μουσική του Πέτρου Βαγιόπουλου και στίχους του Μανώλη Ρασούλη, ενώ το τρίτο είναι σε στίχους και μουσική του Γιάννη Μηλιώκα από την τελευταία του μέχρι σήμερα δισκογραφική δουλειά με τίτλο Νομίζω του 1998.
Ο δαιμόνιος Ρασούλης με τις κοινωνικά υπερευαίσθητες κεραίες μπόρεσε έγκαιρα να διαγνώσει το πρόβλημα και με το γνωστό του ακτιβιστικό τρόπο έγραψε δύο τραγούδια σε διανοητική βάση, βασισμένα στην υπόθεση εργασίας ότι κάποιος που σκοτώνεται σ' ένα τροχαίο, εκτός απ' το να χάσει τη ζωή του εντελώς ηλίθια, καταφέρνει και να ρίξει τον ή την αγαπημένη του σε μια άλλη αγκαλιά[1].
Στο πρώτο τραγούδι με τίτλο "Τάσος Ο Τροχοτυχαίος" ο Ρασούλης επιχειρεί να προσεγγίσει την ιστορία με ελαφρύ και χιουμοριστικό τρόπο. Ο Τάσος ο τυχαίος Νεοέλληνας, όντας απόλυτα σίγουρος για τις οδηγικές του ικανότητες, και όχι μόνο, έπεσε θύμα τροχαίου, χωρίς φυσικά να φταίει αυτός (ποτέ!): «Μια κολώνα έτρεχε/ και τράκαρε ένα αμάξι». Φυσικό επακόλουθο ο θάνατος και νάτη η νέα χήρα να κλαίει στην αγκαλιά κάποιου άλλου άντρα. Ο αφηγητής αντιμετωπίζει με σαρκασμό την κουταμάρα του οδηγού, αλλά ακόμα κι έτσι δε μπορεί παρά να λυπηθεί για την άδοξη αυτή αναχώρηση και να τον κατευοδώσει: «Ας γίνω χώμα ελαφρύ γλυκά να σε σκεπάσω/ να σου θυμίζω επίμονα: πολύ βιαζόσουν Τάσο».
Στο δεύτερο τραγούδι που ονομάζεται "Βασίλισσα Της Λύπης", μουσικά και στιχουργικά επιλέγεται ένας τόνος αρκετά πιο μελαγχολικός. Εδώ, σαν σε συνέχεια της προηγούμενης ιστορίας, ο άδοξα χαμένος οδηγός επιστρέφει, προσπαθώντας να στοιχειώσει τη ζωή της γυναίκας του και ζητώντας της να του μείνει πιστή, να μην τον προδώσει. Εκείνη όμως του απαντάει θλιβερά και εύστοχα με τα εξής λόγια:
«Τώρα με άλλονε μα δε σε ξεχνώ
τάφο δε κάνω την καρδιά μου όσο ζω
κι έτσι θα ζεις βαθιά μου ενώ,
όταν πατούσες γκάζι δε με σκέφτηκες
και με τη φρίκη πήγες κλέφτηκες
κι ούτε που σκέφτηκες
πως τα αμάξια δεν πετούν στον ουρανό
κι ο έρωτας δε ζει μες στο κενό.»
Το τραγούδι του Μηλιώκα σε αντίθεση με αυτά του Ρασούλη είναι ξεκάθαρα βιωματικό. Περιγράφει με τον χαρακτηριστικό και αξιοθαύμαστα άμεσο τρόπο του αυτό που υποδηλώνει ο τίτλος (Η Στούκα): «Είδα τον Χάρο με τα μάτια μου/ φορούσε κόκκινο αμάξι/ όρμησε μέσα στη λωρίδα μου/ κι άπλωσε χέρια να μ' αρπάξει». Μαζί του στο αυτοκίνητο ο αφηγητής είχε τους πιο πολύτιμους γι' αυτόν ανθρώπους: τη γυναίκα και την κόρη του. «Βασίλισσα» και «πριγκίπισσα» τις αποκαλεί τρυφερά και παραδέχεται με τρόμο πως «η ζωή μας η ηλιόλουστη/ κορώνα-γράμματα παιζόταν». Οι γλαφυρές περιγραφές του συμβάντος κυλάνε στο τραγούδι αργά και βασανιστικά σαν τις στιγμές που λένε ότι βιώνει κάποιος ακριβώς πριν τη σύγκρουση. Το τέλος της ιστορίας είναι μεν ευχάριστο, αφού άπαντες βγαίνουν αλώβητοι, αλλά χωρίς καμία ωραιοποίηση ή θριαμβολογία. Ο αφηγητής δε ξεχνάει να μνημονεύσει μακάβρια αλλά και με θαυμαστή επίγνωση ότι: «Τώρα που γράφω θα βρισκόμασταν/ για τρίτη νύχτα μες στο χώμα», ενώ η συνέχεια είναι το επιμύθιο που μόνο κάποιος που το έχει ζήσει μπορεί να το πει χωρίς να ακουστεί διδακτικό: «μα είχαμε ζώνες και γλιτώσαμε/ με μελανιές σ' όλο το σώμα»…
Υ.Γ. Δεν είχα καμία διάθεση να μαυρίσω τις ψυχές σας χριστουγεννιάτικά με ένα τόσο στενάχωρο θέμα. Η παρούσα ανάρτηση είθε να λειτουργήσει σαν εξορκισμός. Καλές γιορτές!
[1] Να τι λέει ο ίδιος ο Ρασούλης σε συνέντευξή του στον Αποστόλη Καπαρουδάκη, δημοσιευμένη τον Αύγουστο του '97 στο περιοδικό Μετρό: «…Αν δε τους τα πεις στα καλιαρντά δε σε καταλαβαίνουν, Τους Έλληνες οδηγούς τους παρατηρείς και βλέπεις ότι οι άνθρωποι δε στέκουνε καλά. Ο οδηγός που βρίσκεται στο τιμόνι νομίζει ότι είναι πιο πάνω από τον πεζό. Πατάει γκάζι και σ' εκβιάζει. Οφείλεις να πηδήξεις για να τον αποφύγεις. Μετά σκοτώνονται στους δρόμους κάθε Σαββατοκύριακο πιο πολλοί απ΄ όσους σκοτωθήκανε στην Αλβανία από τότε που πιάσανε τα όπλα. Έχει γίνει η σαχλαμάρα, το "χαβαλές για το χαβαλέ" το σούπερ φετίχ μας. Ε, μ' αυτή την έννοια έχω δικαίωμα από αγάπη να του κάνω του άλλου πλάκα. Να του πω "Μαλάκα πρόσεχε, ελάττωσε ταχύτητα γιατί θα σκοτωθείς και μετά από τρία χρόνια η γυναίκα σου θα πηδιέται μ' άλλον…».
Όταν ο John Lennon σκοτώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1980 ήταν 40 ετών και βρισκόταν σε πλήρη δημιουργική και βιολογική ακμή. Ήταν ένας ανήσυχος καλλιτέχνης που πιθανότατα είχε πολλά ακόμα να προσφέρει.
Αν o John Lennon ζούσε σήμερα θα ήταν 66 χρονών. Μόνο αυτό μπορούμε να ξέρουμε στα σίγουρα. Πώς θα ήταν όμως; Πώς θα συμπεριφερόταν; Θα έγραφε ακόμα τραγούδια ή θα είχε αφοσιωθεί στις πάμπολλες επιχειρήσεις του; Θα ήταν ακόμα ενεργός πολίτης και ακτιβιστής ή θα είχε απομονωθεί κάπου μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας απογοητευμένος; Μήπως θα είχε γίνει μαϊντανός στις τηλεοράσεις και θα έτρεχε στις κοσμικές εκδηλώσεις όπως τόσοι και τόσοι συνοδοιπόροι του ή θα ήταν ένα γεροντοφρικιό που θα συνέχιζε να κράζει (μέσα απ' το νετ ίσως;) τους βολεμένος με το βιτριολικό του χιούμορ; Θα ήταν ακόμα ερωτευμένος με τη Γιόκο; Θα συνέχιζε να τα χώνει στον McCartney ή θα συμφωνούσαν για κάνα "φιλανθρωπικό" reunion;
Δυστυχώς δεν θα μάθουμε ποτέ και τώρα πια μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Μια ωραία υπόθεση όμως πάνω σ' αυτό έχω την εντύπωση πως έκανε ο μεξικανός σκηνοθέτης Αλφόνσο Κουαρόν στην έξοχη, από κάθε άποψη, ταινία του "Children Of Men". Η ταινία, που υποτίθεται ότι διαδραματίζεται το 2027, επιχειρεί μια πολυεπίπεδη σπουδή για το που βαδίζει η ανθρωπότητα στηριζόμενη όμως αποκλειστικά σε δεδομένα του σήμερα. Όπως και να'χει ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένας κυνικός, πρώην ακτιβιστής που καλείται να βοηθήσει μια μαύρη γυναίκα που είναι η μοναδική εγκυμονούσα του κόσμου απ' το 2009!
O Caine λοιπόν είναι ένας ηλικιωμένος χίπης που ζει στην βρετανική εξοχή με την, σε κατάσταση φυτού, γυναίκα του (ίσως η φαντασίωση πολλών θαυμαστών του Lennon, να είναι δηλαδή αυτός γερός και η Yoko Ono φυτό!), πρώην πολιτικοποιημένος σκιτσογράφος με μπόλικο σαρκαστικό χιούμορ που ζει ουσιαστικά με το παρελθόν, καπνίζει μαριχουάνα, φιλοσοφεί και χλευάζει το, αμφισβητούμενο, μέλλον των ανθρώπων. Εκτός από όλα αυτά και σε συνδυασμό με τα προφανή κοινά εμφανισιακά στοιχεία του ήρωα με τον Lennon (τα στρόγγυλα γυαλιά, σήμα κατατεθέν, και τα μακριά μαλλιά) η άποψη αυτή ενισχύεται αρκετά από την εμμονή που δείχνει η ταινία με την βρετανική μουσική σκηνή και τις συνεχείς αναφορές της σε αυτήν.

Η αγαπημένη μου ομάδα είχε γενέθλια πριν λίγες μέρες, (29 Νοεμβρίου) αλλά με τούτα και με τ' άλλα δε πρόλαβα να κάνω κάποια αναφορά. Δεν πειράζει θα την κάνω τώρα, εξάλλου ολόκληρο το 2008 εξάλλου είναι (ή θα έπρεπε να είναι) χρονιά αφιερωμένη στα γενέθλια του ιστορικού σωματείου.
Οκ! Το Αθήνα - Κωνσταντινόπουλη, η νέα ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, δε θα παιχτεί στη Θεσσαλονίκη ούτε στη δεύτερη βδομάδα προβολής του. Δεν πειράζει, καλύτερα έτσι, γιατί όταν έχω δει μια ταινία συνήθως αποφεύγω να γράψω γι' αυτήν. Όταν δε μου 'χει αρέσει δεν βρίσκω το λόγο κι όταν μου 'χει αρέσει δε βρίσκω τα λόγια...
Οπωσδήποτε ευχάριστα νέα για όσους Θεσσαλονικείς περίμεναν την επανεμφάνιση του Γιάννη Μηλιώκα μετά από τόσα χρόνια. Αν και διατηρώ ακόμα τις επιφυλάξεις μου για την είδηση αφού στο site της Μονής (sic!) είναι ακόμα κάπως μπερδεμένοι με τα ονόματα των καλλιτεχνών που θα φιλοξενήσουν..!
Πήγα τις προάλλες κι έσπασα την αναβολή μου. Κάλλιο να 'σπαγα το κεφάλι μου δηλαδή, λιγότερο πονοκέφαλο θα αποκτούσα…
Έτσι πέρασα κυριολεκτικά με το ζόρι περιοδεύων ένα χρόνο αργότερα απ' το κανονικό, έφαγα ένα μήνα -εξαγοράσιμη ευτυχώς- ποινή για αυτό, κι όταν είδα τα σκούρα πήρα αγκαζέ το πρώτο ΤΕΙ που βρήκα μπροστά μου και τράβηξα τον αντίθετο δρόμο απ' αυτόν της στρατιωτικής θητείας…
Πολλά μεσολάβησαν από τότε μέχρι την περασμένη Πέμπτη που βρέθηκα στη στρατολογία να συμπληρώνω απρόθυμα και ενοχικά αιτήσεις και χαρτιά γεμίζοντάς τα ανακρίβειες και ψέματα.
- Όχι κορόιδα το όνομα μου δεν είναι αυτό! Εμένα Frank με λένε…
- Κι αυτό με τη δήλωση του θρησκεύματος από που προέκυψε πάλι. Δεν τα είχαμε λύσει αυτά με τις ταυτότητες; Ξανά μανά τα ίδια..;
Τέλος πάντων, αφού συμπλήρωσα το άχρηστο χαρτομάνι χώθηκα γρήγορα-γρήγορα, μη το μετανιώσω, στο γραφείο του προϊστάμενου καραβανά.
- Απ' ότι βλέπω σου λείπει το τάδε χαρτί, μου κάνει.
- Ναι , το ξέρω, απλώς «σκέφτηκα» ότι…
Μια παγωμάρα έπεσε στο γραφείο. Είχα πει ο ανόητος τη λάθος λέξη. Αν υπήρχε περίπτωση να έχει χιούμορ ο καραβανάς θα έσκαγε στα γέλια με την αφέλειά μου, αλλά αντίθετα αυτός με κοίταξε θυμωμένα και ηλίθια. Χαμογέλασα εγώ στη θέση του, έλυσα το πρόβλημα χωρίς άλλες «σκέψεις» (τι παράλογη ιδέα!) κι έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω μου.
Απλώς βαρέθηκα. Βαρέθηκα να ζητάω και να παίρνω συνέχεια αναβολή απ' τη ζωή μου. Όχι άλλο! Όχι πια! Όσο κι αν μου είναι δύσκολο και ενδεχομένως οδυνηρό, δε θα δειλιάσω. Ούτε απαλλαγές, ούτε τρελόχαρτα δε θα ζητήσω. Θα σταθώ δυνατός και θα τους πολεμήσω χωρίς να φοβηθώ, χωρίς καν να πιστεύω στο ενδεχόμενο της ήττας. Αφού έτσι το θέλουν, θα με ανεχτούν για ένα χρόνο. Ζωντανό κι «ετοιμοπόλεμο», όχι τρελό και φοβισμένο.
Έτσι θα ζήσω! Χωρίς άλλες αναβολές…

Δε ξέρω τι ακριβώς εντυπώσεις προκάλεσε η τελευταία -προ εξαμήνου περίπου- κυκλοφορία του αγαπητού Λουκιανού Κηλαηδόνη με τίτλο «Τα Φανταρίστικα», αλλά για μένα έκρυβε μια ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη.
Για να πω την αλήθεια το ίδιο το περιεχόμενο του δίσκου δε με εντυπωσίασε, όπως δε με είχε εντυπωσιάσει και στην πρώτη του έκδοση πριν μερικά χρόνια απ' το Δίφωνο, αφού ούτε θεματολογικά είναι κοντά στα ενδιαφέροντά μου ο στρατός και η φιλολογία του -ακόμα και όταν φιλτράρεται μέσα απ' την απολαυστική ελαφρότητα του Κηλαηδόνη - αλλά ούτε κι η δομή του με κέρδισε μ' αυτή την παράξενη συρραφή των, έξυπνων είν' η αλήθεια, τετράστιχων των φαντάρων.
Αυτό που με αιφνιδίασε και συγχρόνως με συγκίνησε ήταν η αναπάντεχη δισκογραφική επανεμφάνιση του, χαμένου από τα καλλιτεχνικά πράγματα τα τελευταία χρόνια, Γιάννη Μηλιώκα, στον όποιο τρέφω μια ιδιαίτερη αδυναμία. Το όνομα του Μηλιώκα για τους περισσότερους είναι ίσως συνυφασμένο με τη δεκαετία του '80, όπου κυκλοφόρησαν και τα πιο πολλά απ' τα γνωστά του τραγούδια. Ωστόσο ο Μηλιώκας είχε παρουσία και μέσα στη δεκαετία του '90, όπου μάλιστα κυκλοφόρησε τρεις, αρκετά ενδιαφέροντες, δίσκους -με τον τελευταίο να κυκλοφορεί το 1998- κι ύστερα χάθηκε. Η τελευταία του εμφάνιση, απ' όσο θυμάμαι, ήταν στους τίτλους της βραχύβιας σειράς του Mega «Αριστοτέλης ο Άριστος», όπου φαινόταν να τραγουδάει μαζί με τον Γιάννη Μπέζο ένα παλιό του τραγούδι.
Παρά την εννιάχρονη απουσία του λοιπόν κι επειδή έχω την πεποίθηση ότι ο Μηλιώκας είναι ένας σπουδαίος -έστω κι άνισος- τραγουδοποιός (πάνω σ' αυτό επιφυλάσσομαι να επεκταθώ περισσότερο στο μέλλον) που έχει ακόμα κάτι να πει -κι όχι ένα απομεινάρι των 80's- αυτή του η επανεμφάνιση με γεμίζει χαρά. Όταν μάλιστα άκουσα για πρώτη φορά το τετράστιχο που ερμηνεύει με τη χαρακτηριστική του αμεσότητα στα «Φανταρίστικα» Όλοι τους με ξεχάσανε/ Σα να 'μουν πεθαμένος/ Μα γω μακριά τους βρίσκομαι, παρασύρθηκα, ξέχασα το θέμα του album και πίστεψα για μια στιγμή ότι ήταν μια εμβόλιμη προσωπική του κατάθεση που «τρύπωσε» στο δίσκο του παλιόφιλου Λουκιανού κι ότι θα συνέχιζε λέγοντας κάτι σε στυλ: Μα γω μακριά τους βρίσκομαι/ και είμαι ευτυχισμένος ή κάτι τέτοιο. Έστω κι αν έκανα λάθος στο στίχο ελπίζω αυτό το τελευταίο να ισχύει, όπως ελπίζω να ισχύουν και οι φήμες που έφτασαν στ' αυτιά μου ότι τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στο στούντιο κι ετοιμάζει καινούργια δουλειά. Ωραία θα 'ναι...
«Ακόμα εδώ» έγραφα στο τελευταίο μου post πριν κάνα μήνα, αλλά δεν ήταν ακριβώς έτσι η κατάσταση. Περισσότερο εξέφραζα με αυτό τον τρόπο τη διάθεση μου για τα blogs, παρά την ουσιαστική μου παρουσία σε αυτά, αφού έτσι κι αλλιώς ήμουν κατά βάση απών. Το στιγμιότυπο με την αραχνούλα μου άρεσε σαν ιδέα γιατί αφενός απέφευγα τη μακροημέρευση ενός «μπαγιάτικου» κειμένου κι αφετέρου επειδή με διασκέδαζε η ειρωνεία του «αραχνιασμένου» ιστολογίου, ιδιότητα που συναντιέται όλο και συχνότερα τον τελευταίο καιρό, με πρώτο και χειρότερο το δικό μου…
Όπως και να 'χει, η απόφασή μου να μην αναρτώ κείμενα καταναγκαστικά ή με βασανιστική, για τον βαρύθυμο χαρακτήρα μου, συχνότητα ήταν συνειδητή και την είχα πάρει από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω εδώ. Εκτός αυτού όμως ο χρόνος μου όλο αυτόν τον καιρό ήταν περιορισμένος και οι συνθήκες δύσκολες. Ζώντας σε δύο πόλεις και σε δύο διαφορετικούς κόσμους κατ' ουσία (να ένα post που δεν κατάφερα ποτέ να ολοκληρώσω) κι έχοντας τα οικονομικά μου σε θλιβερή κατάσταση η δυνατότητα να έχω δύο συνδέσεις απλά δεν υπήρχε. Αυτό εξηγεί εν πολλοίς νομίζω τις συχνές εξαφανίσεις μου.
Όλα αυτά τα λέω έτσι γιατί αισθάνομαι ότι οφείλω μια εξήγηση σε όσους επισκέπτονται κατά καιρούς αυτό το blog και το συναντούν παρατημένο, αλλά και σ' όλους αυτούς που τα κείμενά τους μου γέννησαν την ανάγκη να τα σχολιάσω και ποτέ (ή σχεδόν ποτέ) δεν το έκανα για διάφορους λόγους.
Αυτά προς το παρόν και συνεχίζουμε…
Θυμάμαι τον περασμένο Νοέμβρη, στα πλαίσια του αφιερώματος που του έγινε απ' το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τον John Sayles να δηλώνει σε μια συνέντευξη απηυδισμένος απ' τις δυσκολίες που συναντάει στην ανεύρεση κεφαλαίων για να γυρίσει τις ταινίες του και έτοιμος να εγκαταλείψει τη σκηνοθεσία σε περίπτωση που η τελευταία του ταινία (το έξοχο Honeydripper με τον εξαιρετικό Danny Glover) δεν έβγαζε τουλάχιστον τα λεφτά της.
Παρόλ' αυτά διατηρούσα από τότε μια αγωνία για την εμπορική τύχη αυτής της ταινίας, χωρίς κατά βάθος να τρέφω και πολλές ελπίδες. Γιατί τι ελπίδες επιτυχίας μπορεί να έχει μια ταινία που διαδραματίζεται στην Alabama του '50, με θέμα τη blues μουσική, χωρίς πρωτοκλασάτους ηθοποιούς, με ήρωες μαύρους και γέρους και ρυθμούς προκλητικά, για το κοινό των multiplex τουλάχιστον, αργούς...
Δε ξέρω αν ο Sayles ακριβολογούσε στη δήλωσή του ή αν απλά ήθελε μ' αυτό τον τρόπο να εκφράσει την αγωνία του για το αδιέξοδο της όλης κατάστασης, πάντως εγώ σαν ένας όψιμος και ταπεινός θαυμαστής του έργου του δεν έχω άλλο τρόπο απ' αυτό το μικρό κείμενο να φανερώσω την ελπίδα μου να συνεχίσει να γυρίζει τις θαυμάσιες ταινίες του.
